συγκολλήσιμος
συγκολλήσιμος, glued together
συγκολλ-ήσιμος, ον,
- glued together, τόμος σ. PGrenf. 2.41.18 (i A.D.); βιβλείδια POxy. 2131.4 (iii A.D.): Subst. -ήσιμα, τά, ib. 34 i 13 (ii A.D.), etc.