συγκοπτός Save συγκοπτός, chopped up LSJ Bailly 2024 συγκοπ-τός, ή, όν, chopped up, λάχανα Ath. 9.373a. συγκοπτός, ός, όν, coupé menu, haché, Ath. 373a. Étym. συγκόπτω.