συγκολάπτω Save συγκολάπτω, hew in pieces LSJ Bailly 2024 συγκολάπτω, hew in pieces, Aq. Le. 22.24. συγ·κολάπτω (part. pf. pass. συγκεκολαμμένος) écraser, Aqu. Lev. 22, 24.