Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγκοίνωμα
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συγκλίνω
σύγκλισις
συγκλίτης
συγκλονέω
συγκλόνησις
συγκλυδάζομαι
σύγκλυδος
συγκλυδωνίζομαι
συγκλύζω
σύγκλυς
σύγκλυσμα
συγκλυσμός
συγκλύω
συγκλώθω
σύγκλωσις
συγκνισόομαι
συγκνισόω
συγκνισσόω
συγκοιλαίνω
σύγκοιλον
συγκοιμάομαι
συγκοίμημα
συγκοίμησις
συγκοιμητήρ
συγκοιμητής
συγκοιμίζω
συγκοινολογέομαι
συγκοινόομαι
σύγκοινος
συγκοινόω
συγκοίνωμα
συγκοινωνέω
συγκοινωνός
συγκοιτάδιος
συγκοιτάζω
συγκοίτιον
σύγκοιτις
σύγκοιτος
συγκολάζω
συγκολάπτω
συγκολλάω
συγκόλλημα
συγκολλήσιμος
συγκόλλησις
συγκολλητής
σύγκολλος
συγκόλλως
συγκολυμβάω
συγκομιδή
συγκομίζω
συγκομιστέον
συγκομιστήρ
συγκομιστήρια
συγκομιστήριος
συγκομιστής
συγκομιστός
σύγκομμα
συγκομμάτιον
συγκονίομαι
συγκονιόομαι
συγκοπή
…
συγκοίνωμα
Save
Bailly 2024
συγκοίνωμα,
ατος
(
τὸ
)
lien solide,
Phil. byz.
Bel.
16
.
Étym.
συγκοινόω
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}