Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
συγκομιστής
συγκομιστής, gatherer
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
συγκοιμητής
συγκοιμίζω
συγκοινολογέομαι
συγκοινόομαι
σύγκοινος
συγκοινόω
συγκοίνωμα
συγκοινωνέω
συγκοινωνός
συγκοιτάδιος
συγκοιτάζω
συγκοίτιον
σύγκοιτις
σύγκοιτος
συγκολάζω
συγκολάπτω
συγκολλάω
συγκόλλημα
συγκολλήσιμος
συγκόλλησις
συγκολλητής
σύγκολλος
συγκόλλως
συγκολυμβάω
συγκομιδή
συγκομίζω
συγκομιστέον
συγκομιστήρ
συγκομιστήρια
συγκομιστήριος
συγκομιστής
συγκομιστός
σύγκομμα
συγκομμάτιον
συγκονίομαι
συγκονιόομαι
συγκοπή
συγκοπιάτης
συγκοπιάω
σύγκοπος
συγκοπτικός
συγκοπτός
σύγκοπτος
συγκόπτω
συγκοπώδης
συγκορδυλέομαι
συγκορδυλέω
συγκορδυλίζω
συγκορυβαντιάω
συγκόρυφος
συγκορυφόω
συγκορύφωσις
συγκοσμέω
συγκόσμησις
σύγκοσμος
συγκοτταβίζω
συγκουφίζω
συγκραδαίνω
σύγκραμα
συγκραματικός
σύγκρασις
…
συγκομιστής
Save
συγκομιστής, gatherer
LSJ
συγκομ-ιστής, οῦ, ὁ,
gatherer,
καρποῦ
Eust.
1488.59.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}