σύμπλεος
σύμπλεος, quite full
σύμπλεος, α, ον,
- quite full, τινος of a thing, Hp. Flat. 3 cod.M; Att. σύμπλεως X. An. 1.2.22.
σύμ·πλεος, ος, ον, tout plein de, gén. Hpc. 296, 35.
σύμπλεος
σύμ-πλεος, Attic -πλεωσος, η, ον
- quite full, Xen.