συνεργήτης
συνεργ-ήτης, ου, ὁ,
- = συνεργατίνης, λαός AP 7.693 (Apollonid.).
συνεργήτης, ου (ὁ) poét. c. συνεργάτης, Anth. 7, 693.
συνεργήτης, ὁ, = συνεργάτης, Apollnds 26 (VII.693), wo das Metrum diese Lesart schützt.
συνεργήτης, ου, ὁ,
poetic for συνεργάτης, Anth.