συνέργεια Save LSJ Bailly 2024 Pape συνέργ-εια, v. συνεργία. συνέργεια, ας (ἡ) c. συνεργία, Phil. 1, 408 ; Clém. 2, 492 Migne. συνέργεια, ἡ, = συνεργία, Sp.