συνεργατίνης
συνεργ-ᾰτίνης [ῐ], ου, ὁ,
- composed of συνεργάται, σ. ἰχθυβόλων θίασος AP 7.295.10 (Leon.).
συνεργατίνης, ου (ὁ) [ᾰῐ] c. le préc. Anth. 7, 295.
συνεργατίνης, ὁ, poet. statt συνεργάτης, Leon.Tar. 91 (VII.295), συνεργ. ἰχθυβόλων θίασος.
συνεργατίνης
συνεργᾰτίνης (ῐ), ου, ὁ,
poetic for συνεργάτης, Anth.