συνεργάτις
συνεργάτις, female collaborator
συν·εργάτις, ιδος (ἡ) [ᾰῐδ] fém. c. les préc. Eur. El. 100 ; Phil. p. 876e.
συνεργάτις, ιδος, ἡ, fem. von συνεργάτης, die Mitarbeiterin, φόνου συνεργάτιν λαβών, Eur. El. 100.
συνεργάτις
συν-εργάτις (ᾰ), ιδος, ὁ,
fem. of συνεργάτης.