About Report a problem

Menu

συντριμμός

συντριμμός, ruin

συν-τριμμός, ὁ,
  • = σύντριμμα II, ruin, LXX Ze. 1.10, al.
    • II συντριμμοὶ θανάτου afflictions, miseries, ib. 2 Ki. 22.5.

Saved

Recent