συντριηράρχημα
συντριηράρχημα, contribution made by a συντριήραρχος
συντρῐηράρχ-ημα, ατος, τό,
- contribution made by a συντριήραρχος, IG 2(2).1629.567.
συντριηράρχημα, contribution made by a συντριήραρχος