συντριηραρχέω
συντριηραρχέω, to be a συντριήραρχος
συντρῐηραρχ-έω,
- to be a συντριήραρχος, c. dat., Lys. 6.47, IG 2(2).1629.503: abs., Isoc. 18.60.
συντριηραρχέω-ῶ, être triérarque avec, Lys. 107, 21 ; Isocr. 382d ||
➳ Dans une inscr. att. impf. sans augm. 3 sg. συντριηράρχει, CIA. 2, 809 c, 29 (325 av. J.-C.), v. Meisterh. p. 137, 19.
Étym. συντριήραρχος.
συντριηραρχέω, mit oder zugleich τριήραρχος sein, Lys. 6.47.
συντριηραρχέω
- to be a συντριήραρχος, Lys.