συντριβή
συντριβή, crushing
συντρῐβή, ἡ,
- crushing, τινος Hld. 10.28.
- II = συντριμμός, LXX Pr. 16.18, al.; ruin, Vett.Val. 74.4.
συντριβή, ῆς (ἡ) [ῐ]
1 action de briser, Hld. 10, 28 ||
2 brisement de l’âme, contrition, Spt. Prov. 16, 18.
Étym. συντρίβω.
συντριβή, ἡ, = σύντριψις, LXX.