τροφάλιον Save LSJ Bailly 2024 Pape τροφάλ-ιον [ᾰ], τό, Dim. of sq., Alex. 172.12. τροφάλιον, ου (τὸ) [ᾰ] dim. du suiv. Alex. (Ath. 516e). τροφάλιον, τό, = τροφαλίς, τυροῦ Alexis bei Ath. XII.516e.