Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
τρούβλιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
τροπαλισμός
τροπαλλίς
τροπαλόν
τροπάομαι
τροπάω
τροπεῖον
τροπέω
τροπή
τροπήϊον
τρόπηλις
τροπηλίς
τρόπηξ
τροπίας
τροπίας οἶνος
τροπιδεῖον
τροπίδιον
τροπίδιος
τροπίζω
τροπικός
τροπικῶς
τρόπις
τροπολογέω
τροπολογία
τροπολόγος
τροπομάσθλης
τροπός
τρόπος
τροποφορέω
τροπόω
τροπωτήρ
τρούβλιον
τρούεται
τρούθιος
τρούλιον
τροῦλλα
τρουλλίον
τροῦλλος
τροῦροι
τροφά
τροφάλιον
τροφαλίς
τροφεία
τροφεῖα
τροφεῖον
τροφέοντο
τροφεύς
τροφεύω
τροφέω
τροφή
τρόφημα
τροφητικός
τρόφι
τροφιά
τροφίας
τροφικός
τροφιμαῖος
τρόφιμος
Τρόφιμος
τροφιμότης
τρόφιον
τροφιόομαι
…
τρούβλιον
Save
LSJ
τρούβλιον, τό,
= τρύβλιον,
Gloss.
; also cj. (as Boeot.) in
Alex.
142.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}