τροῦλλος Save LSJ Bailly 2024 τροῦλλος, ὁ, a kind of vessel, ἐν τ. μεγάλῳ ὑελίνῳ περιπηλώσαντες Zos.Alch. p.164B.; οὐκ ἐῶντες καπνὸν διὰ τοῦ τ. ἀναδοθῆναι ibid. τροῦλλος, ου (ὁ) dôme ou coupole, Anth. 1, 110.