About Report a problem

Menu

ἀνακαγχάζω

ἀνακαγχάζω, to burst out laughing

ἀνακαγχάζω,
  • burst out laughing, Hp. Ep. 17; μέγα πάνυ ἀνακαγχάσας Pl. Euthd. 300d; ἀνεκάγχασε μάλα σαρδάνιον R. 337a.

Saved

Recent