ἀνακαγχάζω
ἀνακαγχάζω, to burst out laughing
ἀνακαγχάζω,
- burst out laughing, Hp. Ep. 17; μέγα πάνυ ἀνακαγχάσας Pl. Euthd. 300d; ἀνεκάγχασε μάλα σαρδάνιον R. 337a.
echarse a reír
ὅς ἀκούσας ἀνεκάγχασέ τε μάλα σαρδάνιον
μέγα πάνυ ἀνακαγχάσας
ἀνα·καγχάζω, éclater de rire, Plat. Rsp. 357a, Euthyd. 300d ; Plut. Ant. 20, etc.
ἀνακαγχάζω, laut auflachen, μέγα Plat. Euthyd. 300d ; ἀνεκάγχασε σαρδόνιον Rep. I.337a.
ἀνακαγχάζω
- to burst out laughing, Plat.