ἐκπνευμάτωσις
ἐκπνευμάτωσις, turning into wind
ἐκπνευμᾰτ-ωσις, εως, ἡ,
- turning into wind, Epicur. Ep. 2 p.54 U.
- 2 flatulence, Aët. 5.68.
1 exhalación de viento
νεφῶν ... ἔκπτωσιν, οὗ ἂν ἡ ἐ. γένηται
2 flatulencia
ἐπὶ δὲ τῶν μετὰ δήξεως τοῦ στομάχου ἐκπνευματώσεων
ἐκπνευμάτωσις, εως (ἡ) [ᾰ] c. le suiv. Epic. (DL. 10, 114).
Étym. ἐκπνευματόω.
ἐκπνευμάτωσις, ἡ, das Ausatmen, Epicur. bei DL. 10.114.