ἔκπλυσις
ἔκπλυσις, washing out
ἔκ-πλῠσις, εως, ἡ,
- washing out, Hsch. s.v. στρουθίον.
acción de lavar, lavado
τῶν ἱματίων
ἐρίων
• en sent. fig.
μολυσμάτων
ὕδατι περιρραίνων εἰς ἔκπλυσιν τῆς σαρκός
ἔκπλυσις, εως (ἡ) [ῠ] action de laver, Naz. 2, 364 a Migne.
Étym. ἐκπλύνω.
ἔκπλυσις, ἡ, das Auswaschen, Sp.