παντοδίδακτος
παντοδίδακτος, all-learned
παντο-δίδακτος [ῐ], ον,
- all-learned, Πλουτωνίς Orac. ap. Phleg. 36 J.
παντο·δίδακτος, ος, ον [ῐ] instruit en tout, Oracl. (Lact. 1, 7, 9).
Étym. π. διδάσκω.
παντοδίδακτος, allgelehrt, Sp.