βαρυκτυπής
de golpe grave o sordo
πρηΰνει τε βαρυκτυπέων δουπήματα βροντῶν
βαρυ·κτυπής, ής, ές [ᾰτῠ] c. le suiv. Sib. 8, 757.
βαρυκτυπής, ές, = βαρύκτυπος, Or.Sib.
de golpe grave o sordo
πρηΰνει τε βαρυκτυπέων δουπήματα βροντῶν