βαρύδουπος
βαρύδουπος, loud-sounding
βᾰρῠ-δουπος, ον,
- = βαρύγδουπος (q.v.), Mosch. 2.120; θρῆνος Epigr.Gr. 344.13.
que produce un ruido sordo
Ζεύς
θρῆνος
ἠχώ
κόμπος
βαρύ·δουπος, ος, ον [ᾰῠ] c. βαρύγδουπος, Nonn. D. 5, 387 ; 47, 25 ; Mosch. 2, 116.
βαρύδουπος, schwer, dumpf tosend, Mosch. 2.116 ; Nonn.; Coluth. 55 ; s. βαρύγδουπος.
βαρύδουπος
- loud-sounding, Mosch.