δαΐκτωρ
δᾰΐκτ-ωρ, ορος, ὁ,
- = δαϊκτήρ 2, γάμος A. Supp. 798 (lyr.).
desgarrador, asesino
πρὶν δαΐκτορος ... γάμου κυρῆσαι
δαΐκτωρ, ορος (ὁ) [ᾰ] qui tue, Eschl. Suppl. 798.
δαΐκτωρ, ὁ, = δαϊκτήρ, Aesch. Suppl. 779.