Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διάλειπτος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διαλακίζω
διαλακτίζω
διαλαλέω
διαλάλησις
διαλαλητός
διαλάλητος
διαλαλία
διαλαλιά
διαλαμβάνω
διαλαμπής
διάλαμπρος
διαλαμπρύνω
διαλάμπω
διάλαμψις
διαλανθάνω
διαλαός
διάλαυρος
διαλαφύσσω
διαλαχαίνω
διαλγέω
διαλγής
διαλεαίνω
διαλεγδόν
διαλέγομαι
διαλέγω
διαλείβομαι
διάλειμμα
διαλειπτέον
διαλειπτικός
διαλειπτόν
διάλειπτος
διαλείπω
διαλείτης
διαλείφω
διαλείχω
διάλειψις
διαλεκτέον
διαλεκτέος
διαλεκτικεύομαι
διαλεκτικός
διαλεκτικῶς
διάλεκτος
διαλελαμμένος
διαλελυμένως
διάλεξις
διαλεπίζω
διαλεπτολογέομαι
διάλεπτος
διαλεπτουργέω
διαλέπτυνσις
διαλεπτύνω
διαλεσχαίνω
διαλευκαίνω
διάλευκος
διαλήγω
διαληκάομαι
διάλημμα
διάλημψις
διάληξις
διαληπτέον
διαληπτέος
…
διάλειπτος
Save
Pape
διάλειπτος
,
zum Einsalben
; τὸ δ., sc. φάρμακον,
Mittel zum Einreiben
, Hippocr.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}