διάλεπτος
διάλεπτος, very small
διάλεπτ-ος, ον,
- very small or narrow, ὑμήν Eust. 1157.18.
muy estrecho, muy fino
ὑμήν
στενόν ἐστι τοὔντερον τῆς ἐμπίδος καὶ διάλεπτον
διά·λεπτος, ος, ον, très mince, Ar. Nub. 160 dout.
διάλεπτος, sehr dünn, Ar. Nub. 162.