διαλείβομαι
derramarse, fluir
ὑπονόμους ὀρύσσοντες καὶ τέμνοντές τινας διώρυχας συνάγουσι τὸ ἐκ τούτων διαλειβόμενον ὕδωρ
δια·λείβομαι, (seul. part. prés.) couler dans des directions différentes, Plut. M. 136b.
διαλείβομαι, zerfließen, Wyttenb. Conj. Plut. san.tuend. p. 406.