διαμάρανσις
διαμάρανσις, wasting away
διαμάρανσις [μᾰ], εως, ἡ,
- wasting away, Alex.Aphr. in Mete. 121.28.
extinción, disipación
τῆς ἀμαυρώσεως
διαμάρανσις, wasting away
extinción, disipación
τῆς ἀμαυρώσεως