διαμάρτημα
διαμάρτημα, mistake
διᾰμάρτ-ημα, ατος, τό,
- mistake, POxy. 1235.64 (Arg. Men.).
error, equivocación
γνοὺς δ' ἐκεῖνος αὐτοῦ τὸ δ.
τῆς ὄψεως
δι·αμάρτημα, ατος (τὸ) grave erreur, Arstt. Poet. 25, 25.
Étym. διαμαρτάνω.
διαμάρτημα, τό, Fehler, Arist. poet. 25.