διαπτυχή
διαπτυχή, a fold, folding leaf
δια-πτῠχή, ἡ,
- fold, folding leaf, δέλτου διαπτυχαί, γραμμάτων δ., E. IT 727, 793.
hoja plegada
δέλτου μὲν αἵδε πολύθυροι διαπτυχαί
γραμμάτων διαπτυχαί
διαπτυχή, ῆς (ἡ) [ῠ] pli, Eur. I.T. 727, 793.
Étym. διαπτύσσω.
διαπτυχή, ἡ, Falte, δέλτου, γραμμάτων, Eur. I.A. 727, 793, von zusammengefalteten Briefen.
διαπτυχή
δια-πτῠχή, ἡ,
from διαπτύσσω
- a fold, folding leaf, Eur.