διαπτυχής Save LSJ DGE δια-πτῠχής, ές, split apart, Philox.Leuc. [added from Supp.] διαπτυχής -ές abierto en dos κεφάλαιον ὅλον διαπτυχὲς ἑφθόν Philox.Leuc.(b) 29.