διασπλεκόω
διασπλεκόω, strengthened form of ‘have sex’, .. thoroughly
διασπλεκόω, strengthd. for σπλεκόω, Ar. Pl. 1082.
follar en v. pas.
οὐκ ἂν διαλεχθείην διεσπλεκωμένῃ ὑπὸ μυρίων τε τῶνδε καὶ τρισχιλίων
no me relacionaría yo con una a la que han follado estas trece mil personasχαίρουσι ... βινούμενοι τε καὶ διεσπλεκωμένοι
δια·σπλεκόω-ῶ (part. pf. pass. διεσπλεκωμένη) épuiser de débauche, Ar. Pl. 1082.
διασπλεκόω, = σπλεκόω ; διεσπλεκωμένη ὑπὸ μυρίων ἐτῶν Ar. Plut. 1082, alte v.l. διεσπεκλωμένη, s. Scholl.