διασποδέω
διασποδέω, subigitare
διασποδέω, sens. obsc.,
- = Lat. subigitare, Ar. Ec. 939, cf. Hsch. s.v. διεσποδημένη; διεσποδήσατο· διέσεισε, διετίναξε, Id.
δια·σποδέω-ῶ (ao. inf. -σποδῆσαι) remuer, Ar. Eccl. 939.
διασποδέω, beschlafen, Ar. Eccl. 939, VLL διασείειν.