διάσπιλος
διάσπιλος, all rocky
διάσπῐλος, ον,
- all rocky, Peripl.M.Rubr. 43.
rocoso, lleno de piedras
ταινία τραχεῖα καὶ δ.
διά·σπιλος, ος, ον [πῐ] tout rocailleux, M. rubr. 43.
Étym. διά, σπίλος.
διάσπιλος, felsig, Arr. Peripl.