διατίλλω
διατίλλω, pluck
διατίλλω, lit.,
- pluck, κουραῖς . . διατετιλμένη φόβην having had its mane clipped, S. Fr. 659.7.
1 rapar en v. pas., c. ac. de rel.
διατετιλμένη φόβην
rapada en cuanto a sus rizos e.d. privada de su cabellera
2 arrancar c. gen.
λαβών με τῆς κόμης διέτιλεν
τὰ σουδάρια τῶν χρωτῶν αὐτοῦ ... διετίλλετο
• fig.
τὸν στέφανον τῆς πόλεως
ἀπ' ἐμοῦ τὴν εὐπραγίαν καὶ τὴν εἰρήνην
δια·τίλλω :
1 arracher poil à poil, épiler, Soph. fr. 587 (pf. pass. part. διατετιλμένης) ||
2 p. ext. arracher, en gén. Nyss. 2, 1026d.
διατίλλω, zerrupfen, Soph. bei Ael. H.A. 11.18 u. Sp.