διατίτρημι
διατίτρημι, bore through, perforate
1 perforar, taladrar
διατιτρὰς εἴσω (τοῦ θώρακος)
τι μέρος
del huesoτὰ σκάφη τῶν Λιβύων ... διετίτρη πρύμνας
ὀστοῦν ... διατίτρησιν ... λοξαῖς ἕλιξι δίκην λαβυρίνθου
ὕδωρ ... ἐκ τοῦ διατιτραμένου λόφου καταφερόμενον
agua que desciende de una colina perforadaτὰ διατιτράμενα τῶν ὀστῶν
2 c. ac. de resultado abrir
διατιτράντες ἄνω τὰς ὑπογείους ὁδούς
excavando hacia la superficie los caminos subterráneos
δια·τίτρημι (seul. prés. part. pl. διατιτράντες) c. les préc. DC. 69, 12.