διατινθαλέος
διατινθαλέος, boiling hot
διατινθᾰλέος, α, ον,
- = τινθαλέος, Ar. V. 329.
muy ardiente, incandescente
κεραυνός
δια·τινθαλέος, α, ον [θᾰ] tout à fait brûlant, embrasé, Ar. Vesp. 329.
διατινθαλέος, = τινθαλέος, Ar. Vesp. 329, κεραυνός.
διατινθαλέος
δια-τινθαλέος, α, ον
= τινθαλέος, Ar.