διατιμάω
διατιμάω, to continue to dishonour
- finish honouring, honour no longer, τὰ τοῦδε διατετίμηται θεοῖς A. Th. 1052 Sch. (τοῦδʼ οὐ codd.).
- 2 Med., get a thing estimated or valued, τὴν οὐσίαν D.S. 4.21; τὸ ἀδίκημα ταλάντων πεντακοσίων Id. 16.29; τὴν χώραν J. AJ 13.9.2, cf. CIG 2266.8 (Delos), SIG 679.60 (ii B. C.):—also in Act., PRev.Laws 26.10, Sm. Le. 27.14.
1 juzgar, sentenciar en v. pas.
εἰ δὴ τὰ τοῦδ' οὐ διατετίμηται θεοῖς
si (la causa) de éste no ha sido sentenciada por los diosesδιατετίμηται γὰρ ἑκάστου τῶν ἀδικημάτων <ἡ> ζημία
2 en v. med. valorar, tasar, evaluar
ἀποτινέτωσαν ... τὸ βλάβος ὅσου ἂν διατιμήσωνται πενταπλοῦν
τὴν ἰδίαν οὐσίαν
τὴν χώραν
ὅσον ἂν καλὸν καὶ δίκαιον φαίνηται
τὸ ἀδίκημα ταλάντων πεντακοσίων
τὸ μύρον τριακοσίων δηναρίων διετιμήσατο
- to continue to dishonour, Aesch.