διατιτραίνω Save LSJ Bailly 2024 Pape διατιτραίνω, διατιτράω, διατίτρημι, v. διατετραίνω. δια·τιτραίνω (part. prés. pass.) c. διατετραίνω, Th. C.P. 1, 17, 9. διατιτραίνω, = διατιτράω, Theophr.