δοξαστέον
δοξαστέον, one must opine
δοξ-αστέον,
- one must opine, τὰ παραπλήσια Ph. 1.4; ὡς . . Epicur. Ep. 1 p.23 U.
hay que opinar
τὰ παραπλήσια δὴ καὶ περὶ θεοῦ δ.
• c. ὡς Epicur.Ep.[2] 68.
δοξαστέον, vb. de δοξάζω, Phil. 1, 4.