δόξις
δόξις, εως, ἡ,
- = δόξα, Democr. 7.
opinión, suposición
ἐπιρυσμίη ἑκάστοισιν ἡ δ.
δόξις, εως (ἡ) c. δόξα, Démocr. (Sext. M. 7, 137).
δόξις, ἡ, = δόξα, Democrit. bei Sext.Emp. adv. math. 7.137.
opinión, suposición
ἐπιρυσμίη ἑκάστοισιν ἡ δ.