δοξολογικός Save DGE Bailly 2024 δοξολογικός -ή, -όν glorificador, que exalta ἡ δοξολογική τε καὶ εὐχάριστος φωνή Gr.Nyss.Pss.65.11, cf. Zonar.s.u. Σεραφείμ. δοξολογικός, ή, όν, propre à glorifier, Nyss. 1, 481 Migne. Étym. δοξολόγος.