δοξαστήρ Save DGE Bailly 2024 δοξαστήρ -ῆρος, ὁ el que glorifica φίλον σε εἶναι καὶ δοξαστῆρα ἀληθινόν ref. al Espíritu Santo, Basil.Ep.50. δοξαστήρ, ῆρος (ὁ) celui qui glorifie, Bas. 4, 388 Migne. Étym. δοξάζω.