δοξοκομπέω Save LSJ Bailly 2024 Pape δοξο-κομπέω, = sq., Simp. in Epict. p.86 D. (s. v. l.). δοξοκομπέω-ῶ, v. δοξοκοπέω. δοξοκομπέω, f.l. für δοξοκοπέω.