δοξολόγος
glorificador, que exalta
τῶν δοξολόγων πνευμάτων, ἃ αἰνίσσεται Χερουβίμ
δοξο·λόγος, ος, ον, qui glorifie, qui célèbre les louanges, Clém. 2, 61, 512 Migne.
Étym. δόξα, λέγω.
δοξολόγος, rühmend, Sp., wie Clem. Aj.
glorificador, que exalta
τῶν δοξολόγων πνευμάτων, ἃ αἰνίσσεται Χερουβίμ