Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καθάρεσις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καθαιρέω
καθαίρω
κάθακα
καθάλλομαι
κάθαλμα
καθαλμάω
καθαλμής
κάθαλος
καθαμαξεύω
καθαμέριος
κάθαμμα
καθαμματίζω
καθαμμίζω
καθανύτω
καθανύω
καθάπαν
καθάπαξ
καθάπερ
καθαπερανεί
καθαπερεί
καθαπλόω
καθαπτής
καθαπτικός
καθάπτομαι
καθαπτός
καθάπτω
καθάρβυλος
καθάρειος
καθαρειότης
καθαρείως
καθάρεσις
καθάρευσις
καθαρευτέον
καθαρευτέος
καθαρεύω
Καθαρή
καθαριεύω
καθαρίζω
καθάριος
καθαριότης
καθαριόω
καθάρισις
καθαρισμός
καθαριστήριον
καθαριστής
καθαρίως
κάθαρμα
καθαρματώδης
καθαρμόζω
καθαρμός
καθάρμοσις
καθαροδίαιτος
καθαρολογέω
καθαροποιέω
καθαρός
καθαρότευκτος
καθαρότης
καθαρουργεῖον
καθαρουργία
καθαρουργικός
καθαρουργός
…
καθάρεσις
Save
LSJ
κᾰθάρ-εσις, εως, ἡ,
perh. Dor. for καθάρισις, στέγας
IG
4.1484.293 (Epid.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}