κακόμητις
κακόμητις, deceitful, cunning
κᾰκό-μητῐς, ὁ,
- = -μήτης, E. Or. 1403 (lyr., -μήτας codd.); pl. -μήτιες, Astrol., = κακοποιοί, ἀστέρες Doroth. ap. Heph.Astr. 3.30 [1.288].
κακόμητις, ιος, arglistig, hinterlistig ? Bei Orph. frg. 8.47 steht Τιτῆνες κακομῆτοι, schwerlich richtig.