κακομηχανέω
κακομηχανέω, practise base arts
κᾰκομηχᾰν-έω,
- practise base arts, περί τινα Plb. 13.3.2.
κακομηχανέω-ῶ [ᾰᾰ] c. le préc. Pol. 13, 3, 2.
Étym. κακομήχανος.
κακομηχανέω, schlechte Kunstgriffe anwenden, arglistig handeln, περὶ τοὺς φίλους Pol. 13.3.2.