κακομήτης
κᾰκο-μήτης, ου, ὁ,
- = foreg., pl. -μῆται Orph. Fr. 119.
κακο·μήτης, ου (ὁ) [ᾰ] c. κακομηδής, Eur. Or. 1403 ; Orph. fr. 8, 47.
κακομήτης, ὁ, arglistig, hinterlistig, Eur. Or. 1403.
κακομήτης
κᾰκο-μήτης, ου,
= κᾰκομηδής, Eur.