κακοτεχνίζω Save LSJ Bailly 2024 Pape κᾰκοτεχν-ίζω, = κακοτεχνέω, Alc.Com. 7. κακοτεχνίζω [ᾰ] c. κακοτεχνέω, Alc. com. (Bkk. p. 103, 18). κακοτεχνίζω, = κακοτεχνέω, Alcaeus bei B.A. 103.18.